vitamindsunH Βιταμίνη D μια λιποδιαλυτή στεροειδής ορμόνη, παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της εμφύτευσης, καθώς υποδοχείς και ένζυμα της Βιταμίνη D έχουν εντοπιστεί στο ενδομήτριο.

Επιστημονικές διαπιστώσεις έχουν δείξει ότι 20-52% των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία είναι ελλειπής σε επίπεδα Βιταμίνης D.

Επιπλέον, μειωμένα επίπεδα Βιταμίνης D είναι συνδεδεμένα με φτωχή ανάπτυξη του πλακούντα στον άνθρωπο που έχει σαν αποτέλεσμα τη προεκλαμψία και τη καθυστερημένη εμβρυική ανάπτυξη, ενώ στα ζώα προκαλεί μειωμένη γονιμότητα, υπογοναδισμό και υποπλασία της μήτρας.
Για όλους αυτούς τους λόγους , πρόσφατα παρατηρήθηκε αυξημένο ενδιαφέρον έρευνας του ρόλου της Βιταμίνης D στην αναπαραγωγική φυσιολογία αφού η επίδραση της στην σύλληψη και τον αρχικό στάδιο εγκυμοσύνης σε ζευγάρια που υποβάλλονται σε εξωσωματική είναι ελάχιστα κατανοητή.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Birmigham της Αγγλίας πραγματοποίησαν μια συστηματική αξιολόγηση και μετα-ανάλυση σε 11 δημοσιευμένες μελέτες με δεδομένα από 2700 γυναίκες, οι οποίες είχαν υποβληθεί σε ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και εξετάστηκαν για τα επίπεδα της βιταμίνης D.
To αποτέλεσμα αυτής της έρευνας ήταν ότι οι πιθανότητες της επίτευξης γέννησης, του θετικού τεστ εγκυμοσύνης και της κλινικής εγκυμοσύνης μετά από εξωσωματική είναι μεγαλύτερη σε γυναίκες με ικανοποιητικά επίπεδα βιταμίνης D σε σχέση με εκείνες των οποίων τα επίπεδα της βιταμίνης D είναι μειωμένα.
Η κύρια πηγή της βιταμίνης D είναι το ηλιακό φως. Επίσης, μπορούμε να την εντοπίσουμε στο ψάρι , κόκκινο κρέας και στο συκώτι ακόμη και σαν υποκατάστατο. Παρόλα αυτά δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα εάν η πρόσληψη υποκατάστατων βιταμίνης D μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες εγκυμοσύνης μετά από εξωσωματική.
Ο έλεγχος του ορού για τα επίπεδα της βιταμίνης D και η θεραπεία είναι σχετικά οικονομικές.
Για τον λόγο αυτό θα ήταν φυσικά πιο ωφέλιμο αρχικά να ελέγξουμε και να διορθώσουμε εάν χρειάζεται τα επίπεδα της βιταμίνης D στις γυναίκες που σκοπεύουν να υποβληθούν σε ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή με σκοπό να βελτιώσουν τη προοπτική εγκυμοσύνης και κατά συνέπεια να μειώσουν την εμφάνιση μαιευτικών επιπλοκών.
Παρόλη τη σχέση που βρέθηκε σ ’αυτή την ανάλυση μεταξύ των επιπέδων της βιταμίνης D και την έκβαση της εξωσωματικής, ο μηχανισμός δράσης της βιταμίνης D δεν ερευνήθηκε.
Για τον λόγο αυτό χρήζει ανάγκη να γίνει μια μεγάλη τυχαία ελεγχόμενη δοκιμή με σκοπό την έρευνα του μηχανισμού δράσης της βιταμίνης D όπως και να εξετάσουμε εάν τα υποκατάστατα της βιταμίνης D μπορούν να βελτιώσουν το ποσοστό γεννήσεων μετά από εξωσωματική.

ΠΗΓΕΣ
Α) IVFNET/ IVF news
B) Human Reproduction pp1-16, 2017

Dr. Σίση Παρασκευή BSc (Hons), PhD
Κλινικός εμβρυολόγος
Εμβρυογένεσις