Η διαδικασία της Προεμφυτευτικής Γενετικής Διάγνωσης (ΠΓΔ) είναι γνωστή εδώ και αρκετά χρόνια. Η χρήση ΠΓΔ είναι αρκετά συχνή σε κέντρα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής για την επιλογή και μεταφορά εμβρύων σε ασθενείς με γνωστά χρωμοσωμικά και γενετικά προβλήματα, ώστε τα μεταφερόμενα έμβρυα να είναι υγιή και απαλλαγμένα από τα παραπάνω νοσήματα. Η χρήση της ΠΓΔ είναι αρκετά συχνή και για την ανάλυση εμβρύων πριν την εμβρυομεταφορά, σε ζευγάρια όπου η μέλλουσα μητέρα είναι προχωρημένης ηλικίας ή υπάρχει ιστορικό πολλαπλών αποβολών ή και πολλαπλών αποτυχημένων προσπαθειών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, ανωμαλίες στον αριθμό των χρωμοσωμάτων των κυττάρων των εμβρύων είναι η κυριότερη αιτία αποτυχίας αναπαραγωγής. Οι χρωμοσωμικές αυτές ανωμαλίες έχουν βρεθεί να προέρχονται κατά κύριο λόγο από το ωάριο, ιδιαίτερα σε γυναίκες αυξημένης ηλικίας.

Τα νέα δεδομένα (Vanneste et al., 2009), καταδεικνύουν ότι η χρήση πολικών σωματίων μπορεί να οδηγήσει σε σφαλέστερα αποτελέσματα όσον αφορά την διάγνωση χρωμοσωμικών και γενετικών ανωμαλιών στα έμβρυα. Επιπλέον, μιας και τα πολικά σωμάτια είναι υλικό προερχόμενο μόνο από το ωάριο και όχι από το έμβρυο, η βιοψία και ανάλυση πολικών σωματίων δεν επηρεάζει σε κανέναν βαθμό την περαιτέρω εξέλιξη του εμβρύου.
Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι με την ΠΓΔ μέσω πολικών σωματίων ανιχνεύονται χρωμοσωμικές ανωμαλίες προερχόμενες μόνο από τα ωάρια και όχι από τα σπερματοζωάρια, αλλά σήμερα πιστεύεται ότι αυτές οι ανωμαλίες είναι και η πληθώρα των ανωμαλιών που συναντώνται στα έμβρυα και οδηγούν σε αποβολές.

Κωνσταντίνος Α. Οικονόμου, M.Sc., C.C.E - Κλινικός Εμβρυολόγος - 'Εμβρυογένεσις'