Η ποιότητα των ωαρίων και συγκεκριμένα του κυτταροπλάσματός τους αποτελεί τον μείζονα παράγοντα για την πρόγνωση της ποιότητας των παραγόμενων εμβρύων σε ένα πρόγραμμα εξωσωματικής γονιμοποίησης. Γυναίκες κυρίως σε προχωρημένη αναπαραγωγική ηλικία (>40 ετών) ενδέχεται να παρουσιάσουν κάποια στοιχεία στο κυτταρόπλασμα των ωαρίων που παράγουν κατά τη διάρκεια εξωσωματικής γονιμοποίησης, κυριότερα από τα οποία είναι η παρουσία κενοτοπίων (vacuoles), έγκλειστων στερεών μαζών (solid mass inclusions), κοκκίωση του κυτταροπλάσματος (cytoplasmic granularity), κυτταροπλασματικός εκφυλισμός (degeneration) κλπ.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι κλινικοί εμβρυολόγοι να συναντούν σημαντικές δυσκολίες κατά την διεξαγωγή της μικροχειρουργικής αυτών των ωαρίων (ICSI) με αποτέλεσμα είτε τα χαμηλά ποσοστά γονιμοποίησής τους είτε τον εκφυλισμό τους κατά το ICSI. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που αυτά τα ωάρια γονιμοποιηθούν, η ποιότητα των παραγόμενων εμβρύων είναι κακή αλλά και η πρόγνωση για μια βιώσιμη εγκυμοσύνη είναι δυσοίωνη. Μια νέα, πολλά υποσχόμενη μέθοδος έρχεται να προστεθεί στο οπλοστάσιο αντιμετώπισης αυτών των δύσκολων εμβρυολογικά περιστατικών. Η μέθοδος αυτή έγκειται στην μικροχειρουργική μεταμόσχευση κυτταροπλάσματος ωαρίων από γόνιμες δότριες στις γυναίκες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα με την ποιότητα των ωαρίων τους. Το κυτταρόπλασμα που χρησιμοποιείται για την μεταμόσχευση αποτελεί το 5-15% του νέου κυτταροπλάσματος στα ωάρια της λήπτριας. Με την μεταμόσχευση ωοπλάσματος καταφέρνουμε να εισάγουμε στα «γηρασμένα» ωάρια παράγοντες όπως μιτοχονδριακό DNA (mtDNA), πρωτείνες και άλλα οργανίδια τα οποία βελτιώνουν σημαντικά την αναπαραγωγική δυναμική του ωαρίου.

Η εισαγωγή σε ένα ωάριο μιτοχονδρίων από ωάριο δότριας μέσω κυτταροπλασματικής μεταμόσχευσης έχει βρεθεί ότι βελτιώνει σημαντικά την ανάπτυξη και ποιότητα των παραγώμενων εμβρύων (Van Blerkom et al., 1998), ενώ αυξάνονται οι πιθανότητες αποτροπής του εκφυλισμού των εύθραυστων ωαρίων (Perez et al., 2000).

Περισσότερα από 30 παιδιά έχουν γεννηθεί παγκοσμίως από την μέθοδο αυτή, ενώ οι προοπτικές για το μέλλον διαφαίνονται ευοίωνες. Το πιο σημαντικό επίτευγμα θα είναι ότι πολλές γυναίκες που λόγω κακής ποιότητας των ωαρίων που παράγουν καταφεύγουν σήμερα σε δανεισμό ωαρίων, με τη μέθοδο της μεταμόσχευσης ωοπλάσματος θα γεννούν το δικό τους βιολογικά παιδί, χωρίς να καταφύγουν στη λύση των δανεικών ωαρίων, αφού η ποιότητα και αναπαραγωγική δυναμική των δικών τους ωαρίων θα έχει βελτιωθεί σημαντικά.

Η μέθοδος της μεταμόσχευσης μιτοχονδρίων μέσω ωοπλάσματος βρίσκεται σε στάδιο κλινικών δοκιμών στην παρούσα φάση, ενώ εαν τα αποτελέσματα συνεχίσουν να είναι ενθαρυντικά, πολύ σύντομα αναμένεται να ενσωματωθεί στις κλινικές εμβρυολογικές μεθόδους αντιμετώπισης της υπογονιμότητας.

Κωνσταντίνος Α. Οικονόμου M.Sc., C.C.E. - Κλινικός Εμβρυολόγος - 'Εμβρυογένεσις'